θώραξ


θώραξ
панцирь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "θώραξ" в других словарях:

  • Θῶραξ — Θώραξ corslet masc nom/voc sg Θῶραξ masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θώραξ — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ηγεμόνας της Λάρισας (6ος 5ος αι. π.Χ.). Ήταν φίλος του Πινδάρου. Μαζί με τους εξόριστους Πεισιστρατίδες, είχε προτρέψει τον Ξέρξη να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας. O ίδιος μάλιστα, όπως επίσης οι δύο αδελφοί του …   Dictionary of Greek

  • θώραξ — θώρᾱξ , θώραξ corslet masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θωράκοιν — Θώραξ corslet masc gen/dat dual Θῶραξ masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θωράκων — Θώραξ corslet masc gen pl Θῶραξ masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακα — Θώραξ corslet masc acc sg Θῶραξ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακας — Θώραξ corslet masc acc pl Θῶραξ masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακε — Θώραξ corslet masc nom/voc/acc dual Θῶραξ masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακες — Θώραξ corslet masc nom/voc pl Θῶραξ masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακι — Θώραξ corslet masc dat sg Θῶραξ masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θώρακος — Θώραξ corslet masc gen sg Θῶραξ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)